άγγελος ()
ággelos
rzeczownik, rodzaj męski (1.1) anioł (1.2) posłaniec, wysłannik, goniec (1.3) , rocha (1.4) , raszpla ciernista (1.5) , raszpla plamista (1.6) , raszpla zwyczajna, skwat M19: αγγέλου, άγγελο, άγγελε / άγγελοι lub αγγέλοι, αγγέλων, αγγέλους, άγγελοι
(1.1) Οι βοσκοί πήγαν στη Βηθλεέμ και βρήκαν τον Ιησού σ' ένα στάβλο, όπως τους είχε πει ο άγγελος. → Pasterze poszli do Betlejem i znaleźli Jezusa w stajni, tak jak im to oznajmił był anioł. (1.2) Τον άγγελο / τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια.Γ. Σεφέρη «Μυθιστόρημα», Α' → Trzy lata / oczekiwaliśmy wypatrując posłańca.J. Seferis, «Mityczna historia» I
αγγελούδι, παγκαλόμορφος διάβολος, δαίμονας, σατανάς
αγγελία , αγγελότητα αγγέλλω αγγελόψυχος, αγγελικός φύλακας άγγελος → Anioł Stróż
(1.1-2) (1.3-6) od (1.1)