χειμώνας ()

rzeczownik, rodzaj męski (1.1) zima (1.2) bardzo brzydka pogoda (1.3) siwizna, szron M2: χειμώνα; χειμώνες, χειμώνων

(1.1) βαρύς / σκληρός / ελαφρύς / ήπιος, μαλακός / μέτριος χειμώνας → ciężka / sroga, ostra / lekka / łagodna / umiarkowana zima

ξεχειμωνιάζω, χειμωνιάζω χειμέριος, χειμερινός, χειμωνιάτικος καταχείμωνο, ξεχειμώνιασμα, χειμαδιό, χείμαρρος, χειμωνιά, χειμώνιασμα χειμώνα καλοκαίρι → cały rok (cheimṓn)