__TOC__ λόγος () lógos
rzeczownik, rodzaj męski (1.1) słowo (1.2) mowa, przemówienie (1.3) powód, racja (1.4) stosunek
(1.1) Στην αρχή ήταν ο λόγος. → Na początku było słowo. (1.2) Στο λόγο του ο πρόεδρος αναφέρθηκε σε πρόσφατα γεγονότα. → W swoim przemówieniu prezydent wspomniał ostatnie wydarzenia. (1.3) Για το λόγο αυτό, σε συμβουλεύω να το ξανασκεφτείς. → Z tego powodu radzę Ci, abyś ponownie nad tym pomyślał.
(1.2) λόγος του θρόνου → mowa tronowa (1.3) αποχρών / επαχθής / πραγματικός / ουσιαστικός λόγος → adekwatny / uciążliwy / prawdziwy / istotny powód
απολογούμαι, λογοδοτώ απολογητικός, λιγόλογος, ολιγόλογος, ομόλογος, παράλογος, υπόλογος αντίλογος , διάλογος , επίλογος , κατάλογος , λογάς , λόγια , Λόγος, λογού , λογύδριο , μονόλογος , πρόλογος , σύλλογος , υπόλογος λογάκι λόγω λογο-, -λογος, -λόγος, -λογία
άνευ λόγου και αιτίας → bez żadnego powodu για του λόγου το αληθές δίνω λόγο → 1. dać sobie obietnicę małżeństwa 2. odpowiadać (ponosić za coś konsekwencje, być za coś odpowiedzialnym) εν λόγω έχω τον πρώτο λόγο κατά μείζονα λόγο λόγος τιμής → 1. słowo honoru 2. powód honoru λόγου χάρη, λ.χ. → na przykład, np. λόγω τιμής (przyimek) λόγω και έργω μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλο λόγο μη λες μέρος του λόγου μην πεις δεύτερο λόγο! → nie mów nic więcej! ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο → mi starczy że miałeś(/aś) ochotę na to ο λόγος το λέει ούτε λόγος → 1. nie ma za co που λέει ο λόγος σχήμα λόγου → figura retoryczna
λόγος () logos
rzeczownik, rodzaj męski (1.1) słowo (1.2) mowa, przemówienie