ώρα ()
rzeczownik, rodzaj żeński (1.1) godzina (1.2) czas, epoka (1.3) zegarek
(1.1-3) F25: ώρας; ώρες, ωρών
(1.1) Τι ώρα είναι; → Która (jest) godzina? (1.2) Ώρα μπύρας! → Czas na piwo! (1.3) Έχεις ώρα; - Λυπάμαι πολύ αλλά δεν έχω ώρα πάνω μου. → Masz zegarek? Przykro mi bardzo, ale nie mam ze sobą zegarka.
ωράριο ωριαίος
από ώρα σε ώρα έρχομαι πάνω στην ώρα η κακιά η ώρα η ώρα η καλή θερινή ώρα → czas letni με τις ώρες της κακιάς ώρας της ώρας ώρα αιχμής → godzina szczytu ώρα της αλήθειας → godzina prawdy