κινηματογράφος ()

rzeczownik, rodzaj męski (1.1) kino (budynek) (1.2) kino, kinematografia, sztuka filmowa (1.3) film (1.4) kinematograf, kinomatograf

(1) M18

(1.1) Στην αυλή του σχολείου κρεμάσαμε ένα σεντόνι κι ανοίξαμε υπαίθριο κινηματογράφο. → Na podwórku szkoły zawiesiliśmy prześcieradło i otworzyliśmy kino plenerowe. (1.2) Ο ελληνικός κινηματογράφος ξεκίνησε στη δεκαετία του '20. → Kino greckie ma swe początki w latach dwudziestych.

(1.1) υπαίθριος κινηματογράφος → kino plenerowe • καλοκαιρινός κινηματογράφος → kino letnie (1.3) βουβός κινηματογράφος, βωβός κινηματογράφος → film niemy • ομιλών κινηματογράφος → film dźwiękowy

(1.1) σινεμά, αίθουσα (1.2) έβδομη τέχνη (1.3) ταινία

(1.1) χώρος (1.2) τέχνη

κινηματογραφώ κινηματογραφικός, κινηματογραφόφιλος κινηματογράφηση , κινηματογραφία , κινηματογραφιστής κινηματογραφικά

(1) <

forma równoważna: κινηματόγραφος