χιόνι ()
rzeczownik, rodzaj nijaki (1.1) śnieg
(1.1) N44: χιονιού; χιόνια, χιονιών
(1.1) Το χιόνι είναι σπάνιο φαινόμενο για τα ελλληνικά νησιά. → Śnieg to rzadkie zjawisko dla greckich wysp.
χιονίζει, χιονοβολώ χιονισμένος, χιονένιος, χιονάτος, χιονώδης, χιονοειδής, χιονόμαλλος, χιονοσκεπής, χιονοστεφής χιονιά , χιονάνθρωπος , χιονίστρα , χιονοβολή, χιονοβόλος, χιονόβροχο, χιονοδρομία, χιονόμπαλα, χιονόνερο, χιονοπόλεμος, χιονόπτωση, χιονοστιβάδα, χιονόσφαιρα χιονάκι
μαθημένα τα βουνά απ' τα χιόνια → dla nas to nie straszne / my przywykliśmy do tego
zdrobnienie od