χωριάτικος ()
przymiotnik (1.1) wiejski, chłopski (1.2) wsiowy P5: χωριάτικος , χωριάτικη , χωριάτικο ; χωριάτικοι , χωριάτικες , χωριάτικα
(1.1) πρωτευουσιάνικος
χωρικός , χωριό, χωριουδάκι, χωριάτης, χωριάτισσα, χωριατιά, χωριανός, χωριανή, χωριατομάνι, χωριατόπαιδο, χωριατοπούλα, χωριατόπουλο, χωριατόσπιτο χωριατεύω, χωριατοφέρνω χωρικός, χωριάτης χωριάτικα χωριάτικη σαλάτα • ψωμί χωριάτικο