εγκέφαλος ()

rzeczownik, rodzaj męski (1.1) mózg, mózgowie (1.2) rozum, mózg, głowa (1.3) mózg, kierownik, przywódca

(1.1-3) M20a: εγκεφάλου, εγκέφαλο, εγκέφαλε; & εγκέφαλοι, εγκεφάλων, εγκεφάλους

(1.2) νους, μυαλό

εγκεφαλικός, εγκεφαλονωτιαίος εγκεφαλαλγία, εγκεφαλικότητα, εγκεφαλίτιδα, εγκεφαλογράφημα, εγκεφαλοκήλη, εγκεφαλομυελίτιδα, εγκεφαλοσκόπηση, εγκεφαλοπάθεια εγκεφαλικά εγκεφαλο-, εγκεφαλ-

ηλεκτρονικός εγκέφαλος → mózg elektronowy πλύση εγκεφάλου → pranie mózgu