σίδερο ()
rzeczownik, rodzaj nijaki (1.1) żelazo (metal) (1.2) żelazo (stop) (1.3) żelazo (przedmiot z żelaza) (1.4) żelazko (1.5) prasowanie
(1.1-5) N41: σίδερου; σίδερα, σίδερων
(1.1) σίδηρος (1.5) σιδέρωμα
σιδεράς, σίδηρος , σιδερικό, σιδέρωμα , παλιοσίδερο, σιδεράδικο, σίδερα, σιδεριά, σιδερώστρα, σιδερωτήριο, σιδερωτής, σιδερώτρια, σιδερώτρα σιδεράκια σιδερώνω, σιδερώνομαι σιδερένιος, σιδερωτός, σιδηρούς σιδερο-, σιδερό- σιδερένιος
στη βράση κολλάει το σίδερο → kuj żelazo, póki gorące
→ żelazo