άρτος ()
rzeczownik, rodzaj męski (1.1) chleb (1.2) chleb (eucharystyczny) (1.3) pieczywo (w ogólności)
(1) M18: άρτος, άρτου, άρτο, άρτε; άρτοι, άρτων, άρτους, άρτοι
αρτοποιείο , αρτοποιία , αρτοπωλείο , αρτοκλασία , αρτοποιός , αρτοπωιείο , αρτοφόριο , αρτόδεντρο , αρτοζαχαροπλαστείο , αρτοπώλης , αρτοπώλισσα αρτο-, αρτ-
άρτον και θεάματα → chleba i igrzysk επιούσιος άρτος → chleb powszedni
(ártos)