σίγουρος ()

przymiotnik (1.1) bezpieczny, niegroźny, nieszkodliwy (1.2) niezawodny, zapewniony, stały, gwarantowany (1.3) pewien, pewny, przekonany

(1) P5

(1.1) Τα προφυλακτικά είναι η μόνη σίγουρη μέθοδος αντισύλληψης που μειώνει τον κίνδυνο μετάδοσης σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων. → Prezerwatywy są jedyną bezpieczną metodą antykoncepcji, która zmniejsza ryzyko przenoszenia drogą płciową chorób zakaźnych. (1.2) Έχω μια σίγουρη δουλειά στο Δημόσιο. → Mam stałą pracę w administracji. (1.3) Είμαι απολύτως σίγουρος ότι η ομάδα μας θα τελειώσει πρώτη το πρωτάθλημα. → Jestem absolutnie pewien, że nasza drużyna skończy mistrzostwo jako pierwsza. (1.3) Μην είσαι τόσο σίγουρος! → Nie bądź taki pewien!

(1.1) σίγουρο λιμάνι → bezpieczny port

(1.1) ασφαλής, ακίνδυνος (1.2) σταθερός, στρωμένος (1.3) βέβαιος, πεπισμένος

σιγουράδα , σιγουράρισμα , σιγούρεμα , σιγουριά , σίγουρο σιγουράρω, σιγουρεύω, σιγουρεύομαι σίγουρα

<