άνοδος () ánodos, ánodhos
rzeczownik, rodzaj żeński (1.1) wzrost, awans, boom, rozkwit, postęp (1.2) wchodzenie do góry/pod górę, wejście na górę (1.3) anoda
(1.1-3) F36
(1.1) άνοδος των τιμών → wzrost cen • κοινωνική άνοδος → awans społeczny (1.3) κάμινος ανόδου → piec anodowy
(1.1) ανήφορος, ανέλιξη, εξέλιξη, πρόοδος (1.2) ανέβασμα, ανάβαση (1.3) θετικό ηλεκτρόδιο
(1.1) κάθοδος, πτώση (1.2) κατέβασμα (1.3) κάθοδος
ανοδικός ανεβαίνω
(1.1-2) (1.3) <