χωρίστρα ()
rzeczownik, rodzaj żeński (1.1) przedziałek
(1.1) F25
(1.1) … πήρε από την πίσω τσέπη του παντελονιού την τσατσάρα του και με πολλή προσοχή ίσιωσε τη χωρίστρα του.Αντώνη Σαμαράκη, «Αρνούμαι», Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 1962, σ. 7 → … wyjął z tylnej kieszeni spodni swój grzebień i z wielką starannością poprawił przedziałek.
(1.1) χτένισμα
χωριστρούλα
χωρίστρα αλφάδι → równiuśki przedziałek