αγελάδα ()

rzeczownik, rodzaj żeński (1.1) krowa (1.2) krowa, babsko

(1) F26

(1.1) γελάδα (1.2) τραμπάκουλο, μαούνα, φώκια, φακλάνα

(1.1) ζώο

(1.1) δαμάλα, δαμαλίδα, γελάδι, αγελάδι

αγελαδάρης , αγελαδάρισσα , γελαδάρης , γελαδάρισσα , αγελαδοστάσιο , αγελαδοτροφία , αγέλη αγελαδίτσα , αγελαδάκι , αγελαδόπουλο , αγελαδίτσα , αγελαδούλα αγελαδινός, γελαδινός, αγελαδίσιος, γελαδίσιος, αγελαίος

η εποχή των παχιών αγελάδων/η περίοδος των παχιών αγελάδων → tłuste lata • η εποχή των ισχνών αγελάδων/η περίοδος των ισχνών αγελάδων → chude lata