χέρι ()

chéri

rzeczownik, rodzaj nijaki (1.1) ręka, ramię (1.2) ręka, dłoń

(1) N44

(1.1) Εγώ γράφω με το αριστερό χέρι. → Ja piszę lewą ręką. (1.2) Είναι καιρός να πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας. → Już czas, abyśmy wzięli sprawy we własne ręce.

(1.2) παλάμη

(1.1) ώμος, πήχης, παλάμη

χείρα , χεριά , χερούλι χεράκι χερούκλα χερο-, χερό-, χειρο-, χειρό-, χειρ-

αντιστέκομαι με χέρια και με πόδια → bronić się rękami i nogami σηκώνω ψηλά τα χέρια, σηκώνω τα χέρια → opuścić ręce

zobacz też: Indeks:Nowogrecki - Części ciała