αστυνομία ()

rzeczownik, rodzaj żeński (1.1) policja, żandarmeria (1.2) policja (budynek), komisariat

(1) F25: αστυνομία αστυνομίας, αστυνομία, αστυνομία; αστυνομίες, αστυνομιών, αστυνομίες, αστυνομίες

(1.1) μυστική αστυνομία → tajna policja • στρατιωτική αστυνομία → żandarmeria wojskowa • λιμενική αστυνομία → policja portowa, straż przybrzeżna (Λιμενικό Σώμα) • τουριστική αστυνομία → policja turystyczna

(1.1) στρατονομία, ναυτονομία, αερονομία, Ελληνική Αστυνομία (1.2) τμήμα

αστυνόμος /, αστυνομοκρατία , αστυνόμευση , αστυνομικός /, αστυνομικίνα αστυνομεύω αστυνομικός

→ godność rządcy/protektora miasta < → centrum osiedla, miasta + → prawo, statut