Γιάννης ()
rzeczownik, rodzaj męski, nazwa własna (1.1) Janis, Jan
(1.1) M11: , & Γιάννη; , & Γιάννηδες, Γιάννηδων
(1.1) Ιωάννης
Ιωάννης , Γιάννης Αγιάννης , Γιάννος Γιάννα Γιαννάκης
Γιάννης κερνά, Γιάννης πίνει → Jan stawia, Jan pije όχι Γιάννης, Γιαννάκης πότε ο Γιάννης δεν μπορεί, πότε ο κώλος του πονεί σαρανταπέντε Γιάννηδες ενός κοκόρου γνώση φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη
< Ἰωάννης < יוֹחָנָן (Johanan)
(1.1) zobacz też: Indeks:Nowogrecki - Imiona