υπάρχω ()
czasownik nieprzechodni (1.1) istnieć, żyćhasło „υπάρχω” w: Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, 1998.hasło „υπάρχω” w: Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας, Ακαδημία Αθηνών. (1.2) znajdować się, być gdzieś (1.3) istnieć, występować, być dostępnym (o możliwościach, rozwiązaniach, zapasach itp.) (1.4) dziać się, zachodzić, mieć miejsce (1.5) być, pełnić funkcję (w aoryście)
(1.1-5) C3A: υπήρξα
(1.1) Σκέφτομαι, άρα υπάρχω.hasło „υπάρχω” w: Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, 1998. → Myślę, więc istnieję. (1.1) Δεν θα υπάρχουμε ύστερα από διακόσια χρόνια.hasło „υπάρχω” w: Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας, Ακαδημία Αθηνών, 2023. → Za dwieście lat nie będziemy istnieć. (1.1) «Δεν υπάρχω-δεν υπάρχω», λέει μέσα του.Νίκος Δήμου, „Ο Γάτος Κρου”, w: Το βιβλίο των γάτων. → „Nie istnieję – nie istnieję” – mówi w duchu. (1.2) Αυτό το ζώο δεν υπάρχει στην Ευρώπη. → To zwierzę nie występuje w Europie. (1.2) Υποκαταστήματα υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα. → Oddziały znajdują się w całej Grecji. (1.2) Υπάρχει εδώ γύρω κανένα σούπερ-μάρκετ; → Czy jest tu gdzieś jakiś supermarket? (1.3) Δεν υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης στο αρχείο. → Nie istnieje możliwość dostępu do u. (1.3) Υπάρχει λύση για την ενέργεια που λιγοστεύει;9η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης – Πρόγραμμα, s. 40, 2012. → Czy istnieje rozwiązanie problemu kurczących się zasobów energii? (1.3) Πίστεψε με, πρίγκιπα, υπάρχει ελπίδα.Χρίστος Παπαδημητρίου, „Μικροπράγματα”, w: Το χαμόγελο του Τούρινγκ, Λιβάνης, 2000. → Uwierz mi, książę, jest nadzieja. (1.4) Υπήρξαν αντιδράσεις. → Pojawiły się reakcje. (1.4) Υπήρξε κάποια πρόοδος. → Nastąpił pewien postęp. (1.4) Υπήρξε αύξηση στις μεταναστευτικές ροές, κανείς δεν το αμφισβητεί αυτό.Ν. Παναγιωτόπουλος στην ΕΡΤ: „Αυστηρότερες πολιτικές για τις επιστροφές και το άσυλο στο κέντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης”, Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, 2025-01-28. → Nastąpił wzrost migracji; nikt tego nie kwestionuje. (1.5) Υπήρξαμε συμμαθητές. → Byliśmy kolegami z klasy. (1.5) Η γιαγιά μου υπήρξε καλλονή.„Κατηγορούμενο”, sekcja 3 „Συνδετικά ρήματα”, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. → Moja babcia była pięknością. (1.5) Υπήρξε καλός δημοσιογράφος. → Był dobrym dziennikarzem.
(1.1) ζω, είμαι, βρίσκομαι
υπαρξιστής , υπαρξισμός , υπαρξίστρια , ύπαρξη υπαρξιακός