αμπέλι () lub

rzeczownik, rodzaj nijaki (1.1) winorośl (1.2) winnica

(1.1) Λένε ότι η πατρίδα του αμπελιού βρίσκεται στις περιοχές γύρω από τον Καύκασο. → Mówi się, że ojczyzna winorośli znajduje się w okolicach otaczających Kaukaz. (1.2) Τ' αμπέλια του χωριού μας βρίσκονται στον κοντινό λόφο. → Winnice naszej wioski znajdują się na pobliskim wzgórzu.

(1.1) άμπελος (1.2) αμπελώνας

αμπελικός, αμπελίσιος σταφύλι , άμπελος , αμπελώνας , αμπελοκαλλιέργεια , αμπελόκηπος , αμπελουργός , αμπελουργία αμπελο-, αμπελό-, αμπελ-