σκέφτομαι ()

czasownik (1.1) myśleć, namyślać się (1.2) zamyślać, planować

(1.1-2) σκέφτηκα

(1.1) Μην το σκεφτείς πολύ. → Nie namyślaj się długo nad tym. (1.2) Σκέφτομαι να πάω ταξίδι στην Ελλάδα. → Planuję pojechać w podróż do Grecji.

(1.1) σκέφτομαι + → myśleć o +

(1.1) στοχάζομαι, συλλογίζομαι (1.2) σχεδιάζω, σκοπεύω

σκέψη σκεφτικός

σκέφτομαι άρα υπάρχω → myślę więc jestem

(1.1-2)