άτομο ()

rzeczownik, rodzaj nijaki (1.1) osoba (1.2) indywiduum, jednostka (1.3) atom

(1.1-3) N40: ατόμου; άτομα, ατόμων

(1.1) Έχω μια πρόσκληση στο θέατρο για δύο άτομα. → Mam zaproszenie do teatru dla dwóch osób.

(1.1) πρόσωπο, άνθρωπος

ατομικός, ατομικιστής, ατομιστής ατομίκευση ατομικεύω

(1.1) pojęcie osoby pojawiło się w 1804 r. jako wynik tłumaczenia francuskiego individuΛεξικό της Νέας Ελληνικής γλώσσας, Μπαμπινιώτης, Γεώργιος Δ., ΚΕΝΤΡΟ ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ Ε.Π.Ε., ISBN 960–86190–1-7, Β' έκδοση, Β' ανατύπωση 2005