__TOC__ διάβολος ()
rzeczownik, rodzaj męski (1.1) diabeł
(1.1) M20a: διάβολου / διαβόλου, διάβολο , διάβολε ; & διάβολοι , διάβολων / διαβόλων, διάβολους / διαβόλους
(1.1) σατανάς
(1.1) άγγελος
διαβολίζω διαβολικός διαβολάκι, διαβολάκος διαβολικά
στο διάβολο
< διαβάλλω (oczerniać, zniesławić)
forma równoważna διάολος
διάβολος ()
rzeczownik, rodzaj męski (1.1) diabeł
διαβάλλω
→ oczerniać, zniesławiać