αστυνομικός ()
przymiotnik (1.1) policyjny, dotyczący policji (1.2) kryminalny, detektywistyczny rzeczownik, rodzaj męski (2.1) policjant rzeczownik, rodzaj żeński (3.1) policjantka
(1) P1: αστυνομικός , αστυνομική , αστυνομικό ; αστυνομικοί , αστυνομικές , αστυνομικά (2) M17: αστυνομικού, αστυνομικό, αστυνομικέ; & αστυνομικοί, (brak), αστυνομικούς (3) F34: αστυνομικού, αστυνομικό, αστυνομικέ; & αστυνομικοί, (brak), αστυνομικούς
(1.1) αστυνομικές δυνάμεις → siły policyjne • αστυνομικός σταθμός → posterunek policji • αστυνομικό κράτος → państwo policyjne (1.2) αστυνομικό μυθιστόρημα → powieść kryminalna
(2.1) αστυνόμος, αστυφύλακας (3.1) αστυνομικίνα
άστυ, αστυνομία, αστυνόμος, αστυνομοκρατία, αστυνόμευση, αστυνομικίνα αστυνομεύω
αστυνομική ταυτότητα → dowód osobisty ιδιωτικός αστυνομικός → detektyw