σίδηρος ()
rzeczownik, rodzaj męski (1.1) żelazo
(1.1) M19
(1.1) εποχή του σιδήρου → epoka żelaza
(1.1) Fe
σιδεράδικο , σιδεράς , σιδεριά , σιδερικό , σιδερικά , σίδερο , σιδέρωμα , σίδερα , σιδερώστρα , σιδερωτήριο , σιδερωτής , σιδερώτρια , σιδερώτρα σιδεράκι , σιδεράκια σιδερώνω, σιδερώνομαι σιδερένιος, σιδερός, σιδηρούς, σιδερωτός σιδερο-, σιδερό-, σιδηρ- σιδερένιος
διά πυρός και σιδήρου → ogniem i mieczem
(1.1)