κερί ()
rzeczownik, rodzaj nijaki (1.1) wosk (1.2) świeca
(1) N43: κερί, κεριού, κερί, κερί; κεριά, κεριών, κεριά, κεριά
(1.1) κηρός (1.2) κηρός, λαμπάδα, λιανοκέρι, αγιοκέρι, νεκροκέρι
(1.2) φιτίλι
αποκέρι , κερήθρα , κηρίο , κηρός , κηροποιός , κηροποιείο , κηροπήγιο , κηρήθρα κεράκι κερένιος, κέρινος, κηροειδής, κηροδόχος, κηρόδετος κηρο-, κηρό-, κηρ-
ψάχνω με το κερί → szukać ze świecą τάζω της Παναγιάς κερί, του διάβολου λιβάνι → Panu Bogu świeczkę i diabłu ogarek
: od (kērós) → wosk, plaster