λιμάνι ()

rzeczownik, rodzaj nijaki (1.1) port (1.2) przystań (1.3) port, miasto portowe (1.4) schronienie, przystań (dla kogoś)

(1.1-4) N40

(1.1) θαλάσσιο / ποτάμιο / εμπορικό λιμάνι → port morski / rzeczny / handlowy • πιάνω (στο) λιμάνι → zawijać do portu

(1.1) λιμένας, σκάλα, πόρτο (1.2) μαρίνα (1.4) καταφύγιο, άσυλο

λιμανάκι , λιμένας , λιμεναρχείο , λιμενάρχης , λιμενεργάτης , λιμενικός , λιμενίσκος , λιμενοβραχίονας , λιμενοφύλακας , λιμήν λιμενικός

(1.1-3) (1.4) od (1.1)