πληθυντικός ()

przymiotnik (1.1) mnogi, liczny rzeczownik, rodzaj męski (2.1) liczba mnoga

(1.1) P1: πληθυντικός , πληθυντική , πληθυντικό ; πληθυντικοί , πληθυντικές , πληθυντικά (2.1) M17: πληθυντικός, πληθυντικού, πληθυντικό, πληθυντικέ; πληθυντικοί, πληθυντικών, πληθυντικούς, πληθυντικοί

(2.1) πληθυντικός αριθμός

(1.1) ενικός (2.1) ενικός

πλήθος πληθύνω

πληθυντικός ευγενείας → liczba mnoga grzecznościowa πληθυντικός μεγαλοπρεπείας → liczba mnoga godnościowa, pluralis maiestaticus μιλώ στον πληθυντικό → mówić do kogoś per pan, mówić do kogoś per wy

(1.1) (2.1) synekdocha od πληθυντικός αριθμός