κείμενο ()
rzeczownik, rodzaj nijaki (1.1) tekst (1.2) oryginał, tekst oryginalny
(1.1-2) N40
(1.2) Αυτός ο σκηνοθέτης εκμοντερνίζει τον Σαίξπηρ, αλλά ταυτόχρονα μένει πιστός στο κείμενο του θεατρικού έργου. → Reżyser ten modernizuje Szekspira, ale jednocześnie pozostaje wierny oryginałowi dzieła teatralnego.
(1.1) επεξεργαστής κειμένου → edytor tekstu
κειμενικότητα κειμενάκι κειμενικός