θαυμάζω ()
thavmázo
czasownik przechodni (1.1) podziwiać, ubóstwiać, poważać, uwielbiać (1.2) podziwiać, zachwycać się, rozkoszować się
(1.1-2) C2.1A
(1.1) Πάντοτε θαύμαζα τον παππού μου και τον είχα ως πρότυπο στις ενέργειές μου. → Zawsze uwielbiałem/am swojego dziadka i miałem/am go za wzór w moich poczynaniach.
(1.1) εκτιμώ, τιμώ (1.2) εκπλήσσομαι, παραξενεύομαι
(1.2) παρατηρώ, κοιτάζω
θαύμα , θαυμασμός , θαύμασμα , θάμασμα , θαυμαστής , θαυμάστρια , θαυμαστικό θαυμάσιος, θαυμαστικός, θαυμαστός θαυμάζομαι θαυμάσια, θαυμασίως