απομυθοποίηση ()
rzeczownik, rodzaj żeński (1.1) demitologizacja
(1.1) F33
(1.1) Αυτός είναι ο στόχος τούτου του βιβλίου: η απομυθοποίηση μιας απάτης, όπως στάθηκε η χριστιανική θρησκεία, που γίνεται θεμέλιο του καπιταλισμού.Λιλή Ζωγράφου, Αντιγνώση - τα δεκανίκια του καπιταλισμού, 18η Έκδοση, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, σ. 380 → Oto cel tej książki: demitologizacja oszustwa, jakim okazała się religia chrześcijańska, która stała się fundamentem kapitalizmu.
(1.1) αποκαθήλωση, απομάγευση
(1.1) μυθοποίηση, μυθολόγηση
απομυθοποιώ, απομυθοποιούμαι