νηστικός ()
przymiotnik (1.1) głodny, taki, który nic nie jadł (1.2) niesyty, spragniony (1.3) będący na czco (1.4) poszcząvy
(1.1-4) P1
(1.1) Είμαι νηστικός από το πρωί. → Nic nie jadłem/am od rana. (1.3) Ο γιατρός μου είπε ότι πρέπει να πάω νηστικός για εξετάσεις. → Lekarz mi powiedział, że muszę przyjść na badania na czczo .
(1.1) αφάγωτος (1.2) πεινασμένος
(1.1) φαγωμένος (1.2) χορτάτος
νηστεία , νηστευτής , νηστεύτρια , νηστικάδα νηστίσιμος νηστικάτα νηστεύω
ο νηστικός καρβέλια ονειρεύεται → głodnemu chleb na myśli • νηστικό αρκούδι δε χορεύει → trudno mówić do brzucha, który nie słucha, głodny niedźwiedź nie tańczy