άστρο ()
rzeczownik, rodzaj nijaki (1.1) gwiazda (1.2) gwiazda, los (1.3) gwiazdka
(1.1-3) N39: άστρου; άστρα, άστρων
(1.1) Στο κοσμικό διάστημα η Γη λάμπει σαν άστρο. → W przestrzeni kosmicznej Ziemia świeci jak gwiazda. (1.2) Έχω κι εγώ το τυχερό μου άστρο. → Mam i ja swoją szczęśliwą gwiazdę. (1.3) Στο Στρατό Ξηράς, ο λοχαγός φέρει τρία άστρα. → W Wojskach Lądowych kapitan nosi trzy gwiazdki.
(1.1) αστέρι, αστρί; αστέρας, άστερας, αστήρ
αστρονομία
άστρο του Δαβίδ → gwiazda Dawida • άστρο της Βηθλεέμ → gwiazda betlejemska