__TOC__ ψυχή ()
rzeczownik, rodzaj żeński (1.1) dusza, duch (1.2) motyl
(1.1-2) F29
ψυχικός, ψυχωτικός ψυχικό , ψυχισμός , ψύχωση ψυχούλα ψυχάρα ψυχο-, ψυχό-, ψυχ-
άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου εν βρασμώ ψυχής μια ψυχή που είναι να βγει… ο Θεός και η ψυχή του πήγε η ψυχή μου στην Κούλουρη → dusza mi poszła w pięty τι ψυχή έχει τι ψυχή θα παραδώσω του βγάζω την ψυχή ψυχή τε και σώματι
ψυχή () psūkhḗ
rzeczownik, rodzaj żeński (1.1) oddech, tchnieniegrecoantico.com (1.2) dusza, duch (1.3) rozum
ψύχω ψυχικός ψῦχος
(psū́khō + -ē); źródłosłów dla , ,