__TOC__ αίμα ()
rzeczownik, rodzaj nijaki (1.1) krew (1.2) pochodzenie, pokrewieństwo, rasa N48: αίματος; αίματα, αιμάτων
(1.1) Κόπηκα κ' έχασα πολύ αίμα. → Zraniłem/am się i straciłem/am dużo krwi.
(1.1) ομάδα αίματος → grupa krwi • ασθένεια / καρκίνος του αίματος → choroba / rak krwi • ανάλυση / εξέταση / μετάγγιση αίματος → analiza / badanie / transfuzja krwi • παίρνω / εξετάζω αίμα → pobierać / badać krew • δίνω αίμα → oddać krew • πίεση αίματος → ciśnienie krwi
(1.2) σόι, καταγωγή
αιματίνη, αιματίτης, αιμάτωμα, αιμάτωση, αιμωδία wyrazy złożone αιμαγγείωμα, αιματάλευρο, αιματέμεση, αιματοκρίτης, αιματολογία, αιματολόγος, αιματόμετρο, αιματοποσία, αιματόρροια, αιματουρία, αιματοχυσία, αιμοδιάγραμμα, αιμοδιψής, αιμοδοσία, αιμοδότης, αιμοδυναμική, αιμοκάθαρση, αιμοκαλλιέργεια, αιμοληψία, αιμόλυση, αιμομίκτης, αιμομιξία, αιμοπετάλιο, αιμοποίηση, αιμοποσία, αιμόπτυση, αιμορραγία, αιμορροΐδα, αιμορροφιλία, αιμόσταση, αιμοσφαιρίνη, αιμοσφαίριο, αιμοφιλία, αναιμία, αφαίμαξη, ισχαιμία, λευχαιμία, σηψαιμία, υπεραιμία, υπεργλυκαιμία, υπογλυκαιμία, ψυχραιμία αιμάσσων, αιματηρός, αιματικός, αιμάτινος, αιματώδης wyrazy złożone αιματοβαμμένος, αιματόβρεχτος, αιματολογικός, αιματόχρους, αιμοβόρος, αιμοδιψής, αιμολυτικός, αιμορραγικός, αιμορροφιλικός, αιμοσταγής, αιμοστατικός, αιμοφιλικός, αιμόφιλος, αιμοφόρος, αιμόφυρτος, αιμοχαρής, αιμοχρωστικός, γαλαζοαίματος, γλυκοαίματος, θερμόαιμος, ψύχραιμος, ψυχρόαιμος αιμάσσω wyrazy złożone αιματοκυλίζω, αιμορραγώ
τράπεζα αίματος → bank krwi το αίμα νερό δε γίνεται → jednej krwi δεσμοί αίματος → więzy krwi ανάβω τα αίματα → burzyć komuś krew ανάβουν τα αίματα → sytuacja jest napięta βράζει το αίμα μου → mam wielki zapał παίρνω το αίμα μου πίσω → mścić się νέο αίμα → nowa krew γαλάζιο αίμα → błękitna krew λερώνω τα χέρια μου με αίμα → splamić ręce krwią (hema)
αίμα () aíma
,
rzeczownik, rodzaj nijaki (1.1) krewhttps://iecor.clld.org/languages/greekpontic
(1.1) αίμαν