εικόνα ()

rzeczownik, rodzaj żeński (1.1) podobizna, obraz, ilustracja (1.2) ikona, święty obraz

(1) F26: εικόνας; εικόνες, εικόνων

(1.1) Μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις. → Jeden obraz wart jest tysiąca słów.

(1.1) ομοίωμα, ζωγραφιά (1.2) εικόνισμα

απεικονίζω, εικονίζω, εικονογραφώ εικονικός, εικονογραφημένος εικονίδιο, εικονικότητα, εικόνισμα, εικονογράφηση, εικονογραφία, εικονογράφος, εικονοκλασία, εικονοκλάστης, εικονολατρεία, εικονολάτρης, εικονολήπτης, εικονομαχία, εικονοστάσι/εικονοστάσιο εικονίτσα, εικονούλα

< → być podobnym