παιδί ()
rzeczownik, rodzaj nijaki (1.1) dziecko (1.2) chłopak, młodzieniec (1.3) chłopiec, syn (1.4) mały, mała, małe, dziecko
(1) N43: παιδιού; παιδιά, παιδιών
(1.1) Έχω πέντε παιδιά. → Mam pięcioro dzieci. (1.2) Άντε παιδιά, πάμε. → Dawajcie, chłopaki, idziemy. (1.3) Έχω δυο παιδιά κι ένα κορίτσι. → Mam dwóch chłopców i (jedną) córkę. (1.4) Η γάτα θηλάζει τα παιδιά της. → Kotka karmi swoje małe.
(1.1) από παιδί → od małego, od dziecka
(1.1) τέκνο
παιδιακίζω, παιδιαρίζω παιδικός, παιδιακίσιος, παιδιακίστικος, παιδιάστικος, παιδιάτικος παιδάριο , παιδεία , παίδευση , παιδικάτα , παιδικότητα , παιδίατρος /, παιδίσκη , παιδισμός παιδάκι , παιδούλα παίδαρος παιδιόθεν
παραμύθια για μικρά παιδιά → (bajeczki) dla grzecznych dzieci