πόρτα ()

rzeczownik, rodzaj żeński (1.1) drzwi (1.2) brama, bramka (1.3) port

(1) F25

(1.1) Κλείσ' την πόρτα, παρακαλώ! → Zamknij drzwi, proszę! (1.2) Μας σταμάτησαν στην πόρτα του γηπέδου. → Zatrzymali nas w bramie stadionu.

(1.3) θύρα

πορτιέρης , πορτοπαράθυρο πορτάκι , πορτίτσα , πορτούλα πορτάρα

(przysłowie) στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα → rzucać grochem o ścianę τρώω πόρτα → zamknąć drzwi przed nosem