μουσική ()

rzeczownik, rodzaj żeński (1.1) muzyka (1.2) orkiestra, kapela (1.3) melodia, muzyka, brzmienie

(1.1-3) F29

(1.1) Είμαι ερωτευμένος με την ελληνική μουσική. → Jestem zakochany w greckiej muzyce.

(1.1) σοβαρή μουσική → muzyka poważna • συμφωνική μουσική → muzyka symfoniczna • ηλεκτρονική μουσική → muzyka elektroniczna

(1.2) μπάντα, ορχήστρα (1.3) μουσικότητα

(1.1) τέχνη

μουσικός /, μούσα , μουσικολογία , μουσικότητα , μουσικάντης , μουζικάντης μουσικούλα μουσικός μουσικά