θάλαμος ()
rzeczownik, rodzaj męski (1.1) pokój, izba, sala (1.2) komora, śluza (1.3) kabina (1.4) cela (1.5) pluton (1.6) dno kwiatowe (1.7) komora (oka) M19: θαλάμου, θάλαμο, θάλαμε; & θάλαμοι, θαλάμων, θαλάμους
(1.2) θάλαμος αερίων → komora gazowa • θάλαμος αποσυμπίεσης → komora dekompresyjna (1.3) τηλεφωνικός θάλαμος → kabina telefoniczna • σκοτεινός θάλαμος → ciemnia (1.7) οπίσθιος θάλαμος → tylna komora • πρόσθιος θάλαμος → przewodnia komora oka
(1.1) δωμάτιο (1.6) ανθοδόχη
θαλαμωτός, θαλαμοειδής θαλαμίσκος, θαλαμάρχης, θαλαμοφύλακας