αστέρας ()

rzeczownik, rodzaj męski (1.1) gwiazda (ciało niebieskie) (1.2) gwiazda, gwiazdka (symbol, figura) (1.3) (o osobach) gwiazda, fenomen, figura

(1.1-2) M2,

(1.1) πολικός αστέρας → Gwiazda Biegunowa • διάττοντας αστέρας → gwiazda spadająca (1.2) κονιάκ πέντε αστέρων → koniak pięciogwiazdkowy • ξενοδοχείο πέντε αστέρων → hotel pięciogwiazdkowy (1.3) κινηματογραφικός αστέρας → gwiazda ekranu, gwiazda filmowa

(1.1) αστέρι, άστρο, αστρί, αστήρ (1.2) αστέρι, άστρο (1.3) αστέρι, σταρ

αστερισμός , αστερίσκος αστράκι αστεροειδής αστρο-