γάμος ()

rzeczownik, rodzaj męski (1.1) małżeństwo, związek małżeński (1.2) ślub (1.3) wesele (1.4) zamążpójście, ożenek

(1.1-4) M18

(1.?) θρησκευτικός γάμος → ślub kościelny • πολιτικός γάμος → ślub cywilny • μοργανατικός γάμος → małżeństwo morganatyczne

γαμηλιότητα γαμήλιος, γαμιαίος, γαμικός

αργυροί γάμοι → srebrne wesele • χρυσοί γάμοι → złote wesele • αδαμάντινοι γάμοι → brylantowe wesele όλα του γάμου δύσκολα (κι η νύφη γκαστρωμένη) πάρ’ τονε στο γάμο σου να σου πει και του χρόνου του Κουτρούλη ο γάμος

(1.1-4)