δύναμη ()
rzeczownik, rodzaj żeński (1.1) siła, moc, potęga (1.2) potęga, mocarstwo (1.3) siła (1.4) potęga (1.5) siła, potencjał
(1) F33: δύναμης / δυνάμεως; δυνάμεις, δυνάμεων
(1.4) ύψωση / υψώνω σε δύναμη → potęgowanie / potęgować
δυναμώνω, δύναμαι δυναμογόνος, δυναμικός, δυνατός, δυνητικός δυναμογράφος, δυναμικότητα, δυναμισμός, δύνη, δυναμική, δυναμικό, δυναμοκρατία αδύνατον, δυναμικά, δυνατόν, δυνητικά
εν δυνάμει → potencjalnie, możliwy, w zalążku δυνάμει του νόμου → na mocy prawa με τις δικές μου δυνάμεις → o własnych siłach το κατά δύναμιν → wszystko, co w ludzkiej mocy πάνω από τις δυνάμεις → ponad siły κινητήρια δύναμη → siła napędowa