πληροφορία ()

rzeczownik, rodzaj żeński (1.1) informacja, wiadomość, komunikat (1.2) informacja genetyczna (1.3) informacja, dane

(1) F25: πληροφορίας; πληροφορίες, πληροφοριών

πληροφορώ, πληροφορούμαι πληροφοριακός πληροφόρηση, πληροφορική, πληροφορητικότητα, πληροφορίες, πληροφορητής, πληροφορήτρια, πληροφοριοδότης, πληροφοριοδότρια πληροφοριακά

γραφείο πληροφοριών → informacja, biuro informacyjne