όλο ()

rzeczownik, rodzaj nijaki (1.1) całośćΑκαδημία Αθηνών, Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας, hasła „όλο” i „όλος” przysłówek (2.1) ciągle, wciąż, stale, bez przerwy (2.2) z rzeczownikiem: cały, pełen, przepełniony czymś; wskazuje, że dana osoba lub rzecz przejawia jakąś cechę w bardzo wysokim stopniu (2.3) w konstrukcji όλο και …: coraz, coraz bardziej, wciąż bardziej (2.4) w konstrukcji όλο και + κάποιος/κάτι …: na pewno ktoś/coś …, zawsze ktoś/coś …

(3.1) od όλος (3.2) od όλος

(1.1) P3

(1.1) μικρόκοσμος, μεσόκοσμος, μεγάκοσμος να συναποτελούν ένα ενιαίο, αξεδιάλυτο όλο. → mikrokosmos, mezokosmos i makrokosmos współtworzą jedną spójną, nierozdzielną całość.Δήμητρα Μήττα, Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας, „Εισαγωγή”, przypis 6, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (1.1) Το ένα δηλώνει όλο και τα άλλα μέρος/τμήμα του. → Jedno oznacza całość, a pozostałe część/fragment jej.Μαρία Θεοδωροπούλου, „ολωνυμία [holonymy”, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας] (1.1) λειτουργικότητα ενός στοιχείου σε σχέση με το όλο → funkcjonalność jednego elementu w relacji do całości.Μαρία Θεοδωροπούλου, „μερωνυμία [meronymy”, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας] (2.1) Όλο φυσά και βρέχει. → Ciągle wieje i pada.Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Ζωγραφισμένα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (2.1) κι ο αγέρας ξεχνάει όλο ξεχνάει → a wiatr zapomina, wciąż zapomina.Γιώργος Σεφέρης, 1., Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (2.1) και τριγυρίζει, όλο γυρίζει → i krąży, wciąż się kręci.Κωστής Παλαμάς, Η τρελή, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (2.2) χορεύει όλο γέλια, τραγούδια κι όλο χαρά → tańczy, cała w śmiechu i pieśniach, pełna radości.Κώστας Βάρναλης, Της Χαράς το Νησί, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (2.2) το μάρμαρο όλο φως → marmur pełen światła.Κωστής Παλαμάς, Το χέρι, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (2.2) μας κοίταξε μ’ αγωνία και μουρμούρισε όλο παράπονο → Spojrzała na nas z niepokojem i wymruczała pełna żalu.Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα Χώματα, Κέδρος, Αθήνα 2008, strony 306–321, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (2.3) Η μορφή της όλο και σκοτεινιάζει. → jej postać staje się coraz ciemniejsza.Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Ζωγραφισμένα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (2.3) Όλο και περισσότερο ξεμακραίνεις από τους ζωντανούς. → Oddalasz się coraz bardziej od żywych.Μίλτος Σαχτούρης, ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ, 1986, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (2.3) όλο και πιο ψηλότερα πατά → stąpa coraz wyżej.Κώστας Βάρναλης, 17. Πότε;, 28.11.1973, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (2.4) Όλο και κάτι θα συναντήσουν. → na pewno coś spotkają.Βασίλης Καραποστόλης, Χειροποίητη πόλη. Η Αθήνα ανάμεσα στο ναι και το όχι, Αλεξάνδρεια, 1995, strony 72–77, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (2.4) νόμιζε πως όλο και κάποιος θα εμφανιζόταν. → Sądził, że na pewno ktoś się pojawi.Μένης Κουμανταρέας, Η φανέλα με το εννιά, Κέδρος, Αθήνα 1986, strony 121–122, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (2.4) γιατί όλο και κάτι έβρισκε για να μας μαλώνει. → bo zawsze coś znajdował, żeby nas besztać.Έρικα Κούνιο-Αμαρίλιο, Πενήντα χρόνια μετά: Αναμνήσεις μιας Σαλονικιώτισσας Εβραίας, Παρατηρητής, 1995, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας

(2.1) όλο + (2.2) όλο + (2.3) όλο και … (2.4) όλο και + κάποιος/κάτι …

(1.1) σύνολο, σούμα, ολότητα (2.1) συνεχώς, αδιάκοπα, διαρκώς (2.3) ολοένα

(1.1) μέρος, τμήμα, μερίδα (2.1) ποτέ, σπάνια

όλος ολο-, ολό-, ολ-

αυτό είναι όλο → to wszystko • όλο και κάτι + → na pewno coś

(1.1) występuje również książkowa forma όλον.