οὔτε ()

oúte

spójnik (1.1) ani, i nie

(1.1) οὔτε γὰρ ἄρχειν οὔτε ἄρχεσθαι ἐθέλωHerodot, Ἱστορίαι 3,83,2, „Μνημοσύνη. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας”, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. → nie chcę ani rządzić, ani być rządzonym. (1.1) γονῆς γὰρ Ἔρωτος οὔτ᾽ εἰσὶν οὔτε λέγονται ὑπ᾽ οὐδενὸς οὔτε ἰδιώτου οὔτε ποιητοῦPlaton, Συμπόσιον 178b, „Μνημοσύνη. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας”, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. → Rodzice Erosa ani nie istnieją, ani nie są przez nikogo wymieniani — ani przez osobę prywatną, ani przez poetę. (1.1) ἐπίστασθε γὰρ δὴ ὅτι οὔτε πλῆθός ἐστιν οὔτε ἰσχὺς ἡ ἐν τῷ πολέμῳ τὰς νίκας ποιοῦσαKsenofont, Κύρου Ἀνάβασις 3,1,42, „Μνημοσύνη. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας”, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. → Wiecie bowiem, że ani liczebność, ani siła nie przynosi zwycięstw w wojnie.

(1.1) οὔτε … οὔτε … → ani … ani …

Henry George Liddell, Robert Scott, Henry Stuart Jones, A Greek-English Lexicon, wyd. 9, 1940, hasło „οὔτε”, Logeion, University of Chicago.