ἔτι ()

éti

przysłówek (1.1) jeszcze, nadal, wciąż (1.2) z przeczeniem już nie, więcej nie (1.3) ponadto, co więcej, również (1.4) wzmacniająco przy określeniu stopnia jeszcze, jeszcze bardziej, jeszcze więcej

(1.1) εἰ Ζεὺς ἔτι Ζεύς.Sofokles, Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ 623, „Μνημοσύνη. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας”, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. → jeśli Zeus nadal jest Zeusem. (1.1) καὶ ἔτι νῦν ἀποθύουσιν.Ksenofont, Κύρου Ἀνάβασις 3,2,12, „Μνημοσύνη. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας”, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. → i nadal składają ofiary. (1.1) τί ἔτι ὑμῖν προσήκει τούτους φοβεῖσθαι;Ksenofont, Κύρου Ἀνάβασις 3,2,16, „Μνημοσύνη. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας”, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. → dlaczego nadal mielibyście się ich bać? (1.2) οὐ γὰρ ἔτι σάρκας τε καὶ ὀστέα ἶνες ἔχουσιν.Homer, Ὀδύσσεια 11,219, „Μνημοσύνη. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας”, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. → bo ścięgna już nie trzymają ciała i kości. (1.2) ἡμᾶς δὲ δεῖ ταῦτα ὁρῶντας μήποτε ἐξαπατηθῆναι ἔτι ὑπὸ τούτων.Ksenofont, Κύρου Ἀνάβασις 3,2,6, „Μνημοσύνη. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας”, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. → my zaś, widząc to, musimy nigdy więcej nie dać się im oszukać. (1.2) μηδὲ τοῦτο ἔτι ἔχοντας.Ksenofont, Κύρου Ἀνάβασις 3,2,21, „Μνημοσύνη. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας”, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. → i nawet tego już nie mając. (1.3) ἔτι δὲ καὶ ξυμμάχους πολλοὺς φόρου ὑποτελεῖς ἔχουσι.Tukidydes, Ἱστορίαι 1,80,3, „Μνημοσύνη. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας”, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. → ponadto mają wielu sprzymierzeńców płacących daninę. (1.3) ἔτι δὲ καὶ συβωτῶν προσδεησόμεθα.Platon, Πολιτεία 373c, „Μνημοσύνη. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας”, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. → co więcej, będziemy potrzebowali świniopasów. (1.3) ἔτι δὲ καὶ τῶν ἄλλων σκευῶν τὰ περιττὰ ἀπαλλάξωμεν.Ksenofont, Κύρου Ἀνάβασις 3,2,28, „Μνημοσύνη. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας”, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. → ponadto pozbądźmy się także zbędnego wyposażenia. (1.4) ὄφρ᾽ ἔτι μᾶλλον ὀδυρόμενος στεναχίζω.Homer, Ὀδύσσεια 11,214, „Μνημοσύνη. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας”, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. → abym, lamentując, wzdychał jeszcze bardziej. (1.4) ἔτι γὰρ οὗτοι κακίονές εἰσι τῶν ὑφ᾽ ἡμῶν ἡττημένων.Ksenofont, Κύρου Ἀνάβασις 3,2,17, „Μνημοσύνη. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας”, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. → ci bowiem są jeszcze gorsi od tych pokonanych przez nas. (1.4) ἐν τοῖσι μέλι πολλὸν μὲν μέλισσαι κατεργάζονται, πολλῷ δ᾽ ἔτι πλέον λέγεται δημιοργοὺς ἄνδρας ποιέειν.Herodot, Ἱστορίαι 4,194,1, „Μνημοσύνη. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας”, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. → u nich pszczoły wytwarzają dużo miodu, a mówi się, że rzemieślnicy wytwarzają jeszcze o wiele więcej.

(1.1) ἔτι νῦν → „jeszcze teraz, nadal”; ἔτι wskazuje na dalsze trwanie stanu lub czynności (1.2) οὐ … ἔτι → „już nie, więcej nie”; μήποτε … ἔτι → „nigdy więcej”; μηδέ … ἔτι → „i już nie, i więcej nie” (1.3) ἔτι δέ, zwłaszcza ἔτι δὲ καί → „ponadto, co więcej, a także”; ἔτι τε → „ponadto, co więcej” (1.4) ἔτι μᾶλλον, μᾶλλον ἔτι → „jeszcze bardziej”; ἔτι πλέον, πλέον ἔτι → „jeszcze więcej”; ἔτι może również wzmacniać inny stopień wyższy → „jeszcze…”

Henry George Liddell, Robert Scott, Henry Stuart Jones, A Greek-English Lexicon, wyd. 9, 1940, hasło „ἔτι”, Scaife ATLAS, Perseus Digital Library. Anatole Bailly, Dictionnaire grec-français, hasło „ἔτι”, Logeion, University of Chicago.