__TOC__ πρόνοια ()

rzeczownik, rodzaj żeński (1.1) przezorność, zapobiegliwość, rozwaga, przewidywanie; wcześniejsze przemyślenie tego, co może się wydarzyć, i odpowiednie przygotowanie sięΙνστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, hasło „πρόνοια”, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (1.2) troska, dbałość, staranie, opieka (1.3) opieka społeczna, pomoc społeczna; zorganizowana działalność publiczna mająca na celu wspieranie osób potrzebujących ochrony i pomocy (1.4) opatrzność

(1.1-4) F27; również προνοίας

(1.1) είχε την πρόνοια και τη διορατικότητα να δει τι έχουν κάνει εκεί και να αποφασίσει. → miał przezorność i dalekowzroczność, aby zobaczyć, co tam zrobiono, i zdecydowaćΆδωνις Γεωργιάδης, przemówienie ministra rozwoju i inwestycji podczas wydarzenia dotyczącego gospodarki odpadami w Φυλή, 19.10.2021, Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων (1.1) Το δεύτερο η φρόνιμη πρόνοια. → Drugą rzeczą jest roztropna przezornośćΕ. Π. Παπανούτσος, Πρόοδος και συντήρηση, w: Εφήμερα, επίκαιρα, ανεπίκαιρα, Ίκαρος, Αθήνα 1980, s. 148–150, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (1.1) Ο Ναυσίθοος είχε επιπλέον την πρόνοια να καλέσει στην πόλη τους Φωκαείς της Αιγέστης. → Nausithoos miał ponadto przezorność, aby wezwać do miasta Fokajczyków z EgestyRobert Graves, Η κόρη του Ομήρου, tłum. Μάριος Βερέττας, Alien, Αθήνα 1998, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (1.2) με πρόνοια για την εξασφάλιση επάρκειας στην ενέργεια. → z dbałością o zapewnienie wystarczającej ilości energiiΓενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, ενημέρωση πολιτικών συντακτών, fragment dotyczący bezpieczeństwa energetycznego, Government.gov.gr (1.2) με την επιβεβλημένη πρόνοια για τους εργαζόμενους. → z konieczną troską o pracownikówΖέττα Μ. Μακρή, wystąpienie w greckim parlamencie, 9.02.2021, Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων (1.2) λαμβάνουμε μία ξεχωριστή πρόνοια για τους συμπολίτες μας με αναπηρία. → Otaczamy szczególną troską naszych współobywateli z niepełnosprawnościąΚυριάκος Μητσοτάκης, wystąpienie dotyczące Εθνική Στρατηγική για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, 4.12.2023, oficjalna strona premiera Grecji (1.3) την κοινωνική πρόνοια και τόσα άλλα. → opiekę społeczną i wiele innych rzeczyΙωάννης Ν. Νικολαΐδης, Τα Γιάννινα του μεσοπολέμου, t. 1, Ιωάννινα 1992, s. 30–38, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (1.3) να συνδέσουν τη γλώσσα με την εκπαίδευση, την υγεία και την κοινωνική πρόνοια. → aby połączyć język z edukacją, zdrowiem i opieką społecznąΚέντρο Ελληνικής Γλώσσας, „1ο Διεθνές Θερινό Σχολείο «Γλώσσα: Υγεία & Εκπαίδευση» (LangHealEdu)”, 23.06.2026 (1.3) φορέας υλοποίησης των πολιτικών κοινωνικής πρόνοιας και αλληλεγγύης. → instytucja realizująca politykę opieki społecznej i solidarnościΟργανισμός Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, „Ταυτότητα”, oficjalna strona OΠΕΚΑ

(1.1) έχω την πρόνοια να + → mieć przezorność, aby…, zadbać zawczasu, aby… (1.2) λαμβάνω πρόνοια για + → troszczyć się o…, zadbać o…

(1.1) φρόνιμη πρόνοια → roztropna przezorność Ε. Π. Παπανούτσος, Πρόοδος και συντήρηση, w: Εφήμερα, επίκαιρα, ανεπίκαιρα, Ίκαρος, Αθήνα 1980, s. 148–150, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (1.2) ξεχωριστή πρόνοια για … → szczególna troska o… Κυριάκος Μητσοτάκης, wystąpienie dotyczące Εθνική Στρατηγική για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, 4.12.2023, oficjalna strona premiera Grecji (1.3) κοινωνική πρόνοια → opieka społeczna, pomoc społeczna • Tαμείο Προνοίας → fundusz świadczeń socjalnych (1.4) Θεία Πρόνοια → Opatrzność Boża, Opatrzność

(1.1) πρόβλεψη, σύνεση, περίσκεψη (1.2) μέριμνα, φροντίδα

προνοιακός

κράτος πρόνοιας → państwo opiekuńcze

(1.2-1.3) rozwinęły się semantycznie pod wpływem francuskiego providence, natomiast znaczenie (1.4) kontynuuje znaczenie starogreckie

πρόνοια ()

prónoia

rzeczownik, rodzaj żeński (1.1) przewidywanie, wiedza uprzednia, znajomość przyszłościHenry George Liddell, Robert Scott, Henry Stuart Jones, A Greek-English Lexicon, hasło „πρόνοια”, Logeion, University of Chicago (1.2) przezorność, zapobiegliwość, troska, dbałość, staranie (1.3) zamiar, rozmyślność, premedytacja (1.4) opatrzność

(1.1-1.4) I deklinacja; dopełniacz liczby pojedynczej: προνοίαςThomas Dwight Goodell, A School Grammar of Attic Greek, „α-Declension: Nouns”, Dickinson College Commentaries

(1.1) προνοίαισι τοῦ πεπρωμένου. → przez przewidywanie przeznaczeniaAjschylos, Ἀγαμέμνων 684, Wikisource (1.1) πρόνοια δ᾽ ἐστὶν οὐδενὸς σαφής. → a przewidywanie niczego nie jest pewneSofokles, Οἰδίπους Τύραννος 978, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (1.1) ἐπειδὴ ἀπέθανεν, ἐπὶ πλέον ἔτι ἐγνώσθη ἡ πρόνοια αὐτοῦ ἡ ἐς τὸν πόλεμον. → kiedy umarł, jeszcze wyraźniej poznano jego przewidywanie dotyczące wojnyTukidydes, Ἱστορίαι 2.65.6, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (1.2) οὐδεμίαν περὶ τῶν μελλόντων πρόνοιαν ἔχουσιν. → nie mają żadnej troski o przyszłośćDemostenes, Κατὰ Φιλίππου γ΄ 9.2, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (1.2) καὶ τῆς θανούσης· πολλὴν πρόνοιαν δεῖ μ᾽ ἔχειν. → i muszę otaczać zmarłą wielką troskąEurypides, Ἄλκηστις 1060–1061, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (1.2) ὧν εἰκὸς ἦν αὐτοὺς μᾶλλον ποιήσασθαι πρόνοιαν. → o których powinni byli raczej zatroszczyć sięIsokrates, Πανηγυρικός 4.2, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (1.3) τῆς δὲ ἑκουσίως ἐκ προνοίας ἀποκτεινάσης. → ona zaś umyślnie z premedytacją zabiłaAntyfont, Φαρμακείας κατὰ τῆς μητρυιᾶς 1.5, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (1.3) τοὺς μὲν ἐκ προνοίας ἀποκτιννύντας. → tych, którzy zabijają z premedytacjąDemostenes, Κατὰ Μειδίου 21.43, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (1.3) τὰ ἐκ θυμοῦ οὐ ἐκ προνοίας κρίνεται. → czyny z gniewu nie są uznawane za dokonane z premedytacjąArystoteles, Ἠθικὰ Νικομάχεια 5.8, 1135b, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (1.4) τοῦ θείου ἡ προνοίη, ἐοῦσα σοφή. → boska opatrzność, będąc mądraHerodot, Ἱστορίαι 3.108.2, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (1.4) σὺ δέ μοι προνοίᾳ θεῶν ἐσώθης. → ty zaś zostałeś ocalony dzięki opatrzności bogówLongos, Τὰ κατὰ Δάφνιν καὶ Χλόην 4.24.2, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (1.4) ταύτην σοὶ τὴν παρθένον ὄϊς προνοίᾳ θεῶν ἀνέθρεψεν. → tę dziewczynę wychowała dla ciebie owca dzięki opatrzności bogówLongos, Τὰ κατὰ Δάφνιν καὶ Χλόην 4.36.1, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας

(1.2) πρόνοιαν ἔχω + dopełniacz → „mieć troskę o…”, „troszczyć się o…”; także πρόνοιαν ποιεῖσθαι + dopełniacz → „troszczyć się o…”, „dbać o…” (1.2) także περί + dopełniacz → „troska o…” oraz ὑπέρ + dopełniacz → „troska o…”, „dbałość o…”

(1.2) πολλὴ πρόνοια → „wielka troska” (1.4) θεία πρόνοια → „boska opatrzność”; πρόνοια θεῶν → „opatrzność bogów”

(1.1) πρόγνωσις

νόος, πρόνοοςΒασικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής, sekcja „Οικογένειες λέξεων”, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας

(1.3) ἐκ προνοίας → „umyślnie”, „z premedytacją”

od πρόνοος; należy do rodziny wyrazowej związanej z νόος

forma jońska: προνοίη → „przewidywanie”, „troska”, „opatrzność” (1.4) znaczenie „opatrzność” występuje już u Herodota w połączeniu τοῦ θείου ἡ προνοίη → „boska opatrzność”Herodot, Ἱστορίαι 3.108.2, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας