Θεία Πρόνοια ()

fraza rzeczownikowa, rodzaj żeński, nazwa własna (1.1) Opatrzność Boża

(1.1) + ;

(1.1) Νίκες που λάμπουν σαν από τη Θεία την Πρόνοια. → Zwycięstwa, które lśnią jakby od Boskiej Opatrzności Κωστής Παλαμάς, Εκατό χρόνια, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (1.1) Τον γονιό μου, Πρόνοια Θεία, κάμε τόνε νικητή. → Mego ojca, Opatrzności Boża, uczyń go zwycięzcą Διονύσιος Σολωμός, Εις τον θάνατον του Λορδ Μπάιρον, strofa 129, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (1.1) πέμψαντες προς την Θείαν Πρόνοιαν τας δεήσεις. → skierowawszy modlitwy ku Bożej Opatrzności. Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Ο σεισμός της Λευκάδος τω 1825, w. 39–41, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας