ἀνομία ()

anomía

rzeczownik, rodzaj żeński (1.1) bezprawie, bezprawne postępowanieHenry George Liddell, Robert Scott, Henry Stuart Jones, A Greek-English Lexicon, hasło „ἀνομία”, Logeion, University of Chicago. (1.2) zaprzeczenie prawa

(1.1-1.2) I deklinacja, rodzaj żeński

(1.1) καὶ ταῦτα μέντοι ἐούσης ἀνομίης πολλῆς ἀνὰ πᾶσαν τὴν Μηδικὴν ἐποίεε → i czynił to, chociaż w całej Medii panowało wielkie bezprawieHerodot, Ἱστορίαι 1.96.2, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, „Μνημοσύνη. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας”. (1.1) Ἀνομία δὲ νόμων κρατεῖ → Bezprawie zaś góruje nad prawamiEurypides, Ἰφιγένεια ἡ ἐν Αὐλίδι 1095, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, „Μνημοσύνη. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας”. (1.1) ἐν πάσῃ ἀναρχίᾳ καὶ ἀνομίᾳ ζῶν → żyjąc w całkowitej anarchii i bezprawiuPlaton, Πολιτεία 575a, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, „Μνημοσύνη. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας”. (1.2) πῶς τοῦτον δίκαιόν ἐστι νόμον προσαγορεύειν, ἀλλ᾽ οὐ ἀνομίαν; → jak można słusznie nazywać to prawem, a nie zaprzeczeniem prawa?Demostenes, Κατὰ Τιμοκράτους 24.152, Βικιθήκη.

(1.1) δικαιοσύνη (1.2) νόμος

źródłosłów dla: , ,

forma jońska: ἀνομίη.